paidi-iliovasilema

Να μην ζεις τη ζωή σου μέσα από το παιδί σου

Υπάρχει μια πολύ ανθρώπινη, σχεδόν αόρατη ανάγκη που συχνά φωλιάζει μέσα στη γονεϊκότητα:

η επιθυμία να δούμε το παιδί μας να γίνεται αυτό που εμείς δεν καταφέραμε. Να φτάσει πιο μακριά, να πετύχει, να “αξιοποιήσει τις δυνατότητές του”. Στην επιφάνεια, αυτό μοιάζει με αγάπη. Και πολλές φορές είναι. Όμως όταν δεν αναγνωρίζεται, μπορεί να μετατραπεί σε βάρος.

Γιατί υπάρχει μια λεπτή, αλλά κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στο «σε στηρίζω να βρεις το δρόμο σου» και στο «σε κατευθύνω να περπατήσεις το δικό μου».

Πολλοί γονείς δεν το κάνουν συνειδητά. Δεν ξυπνούν ένα πρωί, αποφασίζοντας να πιέσουν το παιδί τους να γίνει κάτι συγκεκριμένο. Αντίθετα, πρόκειται για μια βαθύτερη ψυχική διαδικασία: τα δικά τους ανεκπλήρωτα όνειρα, οι προσδοκίες, οι φόβοι, ακόμα και οι απογοητεύσεις, βρίσκουν χώρο να εκφραστούν μέσα από το παιδί.

Ένα παιδί που “πρέπει” να πετύχει εκεί που ο γονέας ένιωσε ότι δεν τα κατάφερε. Ένα παιδί που “οφείλει” να ακολουθήσει μια πορεία που θεωρείται ασφαλής ή κοινωνικά αποδεκτή. Ένα παιδί που γίνεται, χωρίς να το καταλάβει κανείς, φορέας ενός ξένου σχεδίου ζωής.

Το πρόβλημα δεν είναι οι στόχοι. Το πρόβλημα είναι όταν οι στόχοι δεν ανήκουν στο παιδί.

Κάθε παιδί γεννιέται με μια δική του εσωτερική κατεύθυνση. Με κλίσεις, ρυθμούς, ενδιαφέροντα και ανάγκες που δεν ταυτίζονται απαραίτητα με αυτά των γονέων του. Όταν αυτός ο εσωτερικός πυρήνας δεν αναγνωρίζεται, το παιδί αρχίζει να προσαρμόζεται. Μαθαίνει να ευχαριστεί, να ανταποκρίνεται, να γίνεται αυτό που περιμένουν από εκείνο.

Και συχνά τα καταφέρνει.
Γίνεται “καλό”, “επιτυχημένο”, “σωστό”.
Αλλά μέσα του μπορεί να νιώθει κενό, πίεση ή μια αδιόρατη αίσθηση ότι κάτι δεν του ανήκει πραγματικά.

Η ψυχολογική έρευνα έχει δείξει ότι όταν η αυτοεκτίμηση ενός παιδιού βασίζεται κυρίως στην επίδοση και στην αποδοχή των άλλων, γίνεται εύθραυστη. Το παιδί μαθαίνει να αξίζει, μόνο όταν πετυχαίνει. Και αυτό το ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή του, συχνά με άγχος, τελειομανία ή δυσκολία να καταλάβει τι πραγματικά θέλει.

Από την άλλη πλευρά, όταν ένα παιδί νιώθει ότι το αποδέχονται για αυτό που είναι –-όχι μόνο για αυτά που καταφέρνει- τότε αναπτύσσει κάτι πολύ πιο σταθερό: μια εσωτερική αίσθηση αξίας. Μια πυξίδα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς δεν θέτουν όρια ή δεν ενθαρρύνουν την προσπάθεια. Σημαίνει ότι η καθοδήγηση δεν γίνεται μέσα από την επιβολή, αλλά μέσα από τη σύνδεση. Ότι ο γονέας παρατηρεί, ακούει, προσαρμόζεται. Ότι επιτρέπει στο παιδί να εξερευνήσει, να δοκιμάσει, να αλλάξει πορεία.

Και αυτό, πολλές φορές, είναι δύσκολο.
Γιατί απαιτεί από το γονέα να έρθει σε επαφή με τον δικό του εαυτό. Να αναρωτηθεί:
«Αυτό που θέλω για το παιδί μου, είναι πραγματικά δικό του; Ή είναι κάτι που κουβαλάω εγώ;»
«Μπορώ να αντέξω, αν το παιδί μου επιλέξει κάτι διαφορετικό από αυτό που φανταζόμουν;»

Η γονεϊκότητα δεν είναι μόνο καθοδήγηση προς το παιδί. Είναι και μια βαθιά προσωπική διαδρομή.

Μια διαδρομή που ζητά από το γονέα να ξεχωρίσει το “δικό του” από το “του παιδιού”. Να πενθήσει ίσως κάποια ανεκπλήρωτα όνειρα. Να αποδεχτεί ότι το παιδί του δεν είναι προέκτασή του, αλλά ένας ξεχωριστός άνθρωπος.

Και μέσα σε αυτή την αποδοχή, συμβαίνει κάτι ουσιαστικό.

Το παιδί νιώθει ελεύθερο.

Ελεύθερο να ανακαλύψει ποιος είναι. Να δοκιμάσει χωρίς φόβο. Να αποτύχει χωρίς να καταρρεύσει. Να επιλέξει χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει κάτι.

Και τότε, η επιτυχία –όποια μορφή κι αν πάρει– δεν είναι πια αποτέλεσμα πίεσης. Είναι αποτέλεσμα αυθεντικότητας.

Ίσως τελικά το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να δώσει ένας γονέας δεν είναι να “οδηγήσει” το παιδί του σε έναν συγκεκριμένο προορισμό. Αλλά να του επιτρέψει να βρει το δικό του δρόμο.

Και να είναι εκεί, δίπλα του, όχι για να τον καθορίσει, αλλά για να τον στηρίξει.

 

0
Feed

Γράψτε ένα σχόλιο